1
(i) ἔγνων, ἔγνωϲ, ἔγνω, ἔγνωμεν, ἔγνωτε, ἔγνωϲαν.
(ii) ἠμυνάμην, ἠμύνω, ἠμύνατο, ἠμυνάμεθα, ἠμύναϲθε, ἠμύναντο.
(iii) ἀγγελω̂, ἀγγελει̂ϲ, ἀγγελει̂, ἀγγελου̂μεν, ἀγγελει̂τε, ἀγγελου̂ϲι(ν).
(iv) ἀπέδραν, ἀπέδραϲ, ἀπέδρα, ἀπέδραμεν, ἀπέδρατε, ἀπέδραϲαν.
(v) μιανθήϲομαι, μιανθήϲῃ (-ει), μιανθήϲεται, μιανθηϲόμεθα, μιανθήϲεϲθε, μιανθήϲονται.
(vi) ἐδουλώθην, ἐδουλώθηϲ, ἐδουλώθη, ἐδουλώθημεν, ἐδουλώθητε, ἐδουλώθηϲαν.
(vii) ἀπαρω̂, ἀπαρει̂ϲ, ἀπαρει̂, ἀπαρου̂μεν, ἀπαρει̂τε, ἀπαρου̂ϲι(ν).
(viii) ἐτάχθην, ἐτάχθηϲ, ἐτάχθη, ἐτάχθημεν, ἐτάχθητε, ἐτάχθηϲαν.
2
(i) βουλεύϲων, βουλεύϲουϲα.
(ii) διδαξάμενοϲ, διδαξαμένη.
(iii) ἀποφαινόμενοϲ, ἀποφαινομένη.
(iv) βαλω̂ν, βαλου̂ϲα.
(v) φιληθείϲ, φιληθει̂ϲα.
(vi) ϲημήναϲ, ϲημήναϲα.
(vii) οἰκοδομούμενοϲ, οἰκοδομουμένη.
(viii) τυχών, τυχου̂ϲα.
(ix) ἀλγυνούμενοϲ, ἀλγυνουμένη.
(x) γνούϲ, γνου̂ϲα.
3
s. Nom. ἥρωϲ λαγώϲ υἱόϲ
Voc. ἥρωϲ λαγώϲ υἱέ
Acc. ἥρωα, ἥρω λαγών υἱόν
Gen. ἥρωοϲ λαγώ υἱου̂, υἱέοϲ
Dat. ἥρωϊ, ἥρῳ λαγῴ υἱῳ̂, υἱει̂
pl. N. V. ἥρωεϲ λαγῴ υἱοί, υἱει̂ϲ
Acc. ἥρωαϲ λαγώϲ υἱούϲ, υἱει̂ϲ
Gen. ἡρώων λαγών υἱω̂ν, υἱέων
Dat. ἥρωϲι(ν) λαγῴϲ υἱοι̂ϲ, υἱέϲι(ν)
4
(i) τω̂ν Περϲω̂ν ἤρχομεν.
(ii) αὕτη τῳ̂ φίλῳ (or τῃ̂ φίλῃ) ἕϲπετο.
(iii) τω̂ν ἵππων μέτεχετε.
(iv) ἀ̂ρα τῳ̂ βαϲιλει̂ πείθῃ;
(v) τω̂ν παίδων ἐπιμελήϲονται.
(vi) του̂ Çωκράτουϲ οὐκ ἤκουϲεν.
(vii) τί ἀεί μοι παραινει̂ϲ;
(viii) ἐρω̂ ϲου, ὠ̂  ̓Αϲπαϲία.
5
(i) αἱ μὴ γαμούμεναι πολλὰ κακά φεύγουϲιν.
(ii) ὄφεωϲ παρόντοϲ τὰ ἴχνη ἀεὶ μετρου̂μεν.
(iii) οἱ ὑπὸ ἄρκτου δηχθέντεϲ ἐξιέναι φοβου̂νται.
(iv) ἅτε οὐ πένητεϲ ὄντεϲ καλὰ (or καλω̂ϲ) ᾄδομεν.
(v) οὐκ ἠ̂θλον ἀκουϲόμενοϲ τὰ ϲὰ κακά, ὠ̂ Προμηθευ̂.
(vi) καίπερ ἐμαυτὸν οὐκ ἄγαν φιλω̂ν ὀλίγουϲ φίλουϲ ἔχω.
(vii) ἔγωγε νοϲω̂ν εἰϲ τὴν ἀγορὰν οὐκ ἔρχομαι.
(viii) καίτοι ἐνόμιζον τὸν Διογένη ϲοφὸν ὡϲ πολλὰ βιβλία οὐ γράθαντα.
__________ ____________ _____________ ____________________ _____________ ____________ _____________ _______________ ___________ __________ __________ __________ _____________ ________ __ _
(c) Gavin Betts, Alan Henry 2001
|